Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goodness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She believed that a little goodness could change the world.
Πίστευε ότι λίγη καλοσύνη θα μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο.
02
καλοσύνη, αρετή
moral excellence or admirableness
Λεξικό Δέντρο
goodness
good



























