Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
good-temperedness
/ɡˈʊdtˈɛmpɚdnəs/
/ɡˈʊdtˈɛmpədnəs/
Good-temperedness
01
καλοσύνη, ευγένεια
a cheerful willingness to be obliging
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























