Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
good-tempered
01
καλοδιάθετος, πράος
friendly and not angered, irritated, or upset easily
Παραδείγματα
Despite the long hours, he remained good-tempered, making the workload more manageable for the team.
Παρά τις πολλές ώρες, παρέμεινε καλόκαρδος, κάνοντας το φόρτο εργασίας πιο διαχειρίσιμο για την ομάδα.



























