good-tempered
good
gʊd
good
tem
tɛm
tem
pered
pəd
pēd

Ορισμός και σημασία του "good-tempered"στα αγγλικά

good-tempered
01

καλοδιάθετος, πράος

friendly and not angered, irritated, or upset easily 
good-tempered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
best-tempered
συγκριτικός βαθμός
better-tempered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, emotion
Παραδείγματα
He’s always good-tempered, even when things don’t go as planned. 

Είναι πάντα καλόκαρδος, ακόμα και όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα σχεδιάσαμε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store