Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
good-natured
01
καλόκαρδος, ευγενικός
displaying kindness and patience when interacting with others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most good-natured
συγκριτικός βαθμός
more good-natured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The good-natured stranger helped the elderly woman cross the busy street.
Ο καλόκαρδος άγνωστος βοήθησε τη ηλικιωμένη γυναίκα να διασχίσει το πολυσύχναστο δρόμο.



























