gone
gone
gɒn
gon
gonne

Ορισμός και σημασία του "gone"στα αγγλικά

01

νεκρός, αποθανών

dead 
gone definition and meaning
02

εντελώς μαστουρωμένος, τελείως χαμένος

completely intoxicated, often to the point of losing control or awareness 
gone definition and meaning
αργκό
Παραδείγματα
By midnight he was totally gone. 

Μέχρι τα μεσάνυχτα ήταν εντελώς μεθυσμένος.

03

κατεστραμμένος, σκοτωμένος

destroyed or killed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gone
συγκριτικός βαθμός
more gone
διαβαθμίσιμο
04

φύγει, εξαφανισμένος

no longer present or available 
Παραδείγματα
The gone days of summer left us reminiscing. 

Οι περασμένες μέρες του καλοκαιριού μας άφησαν να αναπολούμε.

05

εξαντλημένος, κουρασμένος

drained of energy or effectiveness; extremely tired; completely exhausted 
06

εξαντλημένος, εξαφανισμένος

used up or no longer available 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store