Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
godly
01
θεϊκός, προέρχεται από τον Θεό
emanating from God
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
godliest
συγκριτικός βαθμός
godlier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion, morality, spirituality
02
θείος, ευσεβής
showing great reverence for god
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
godliness
ungodly
godly
god



























