goddaughter
god
ˈgɒd
god
daugh
ˌdɔ:
daw
ter

Ορισμός και σημασία του "goddaughter"στα αγγλικά

01

βαφτισιμιά, βαφτισιμιά

a girl or woman for whom someone is a godparent, usually in a religious ceremony 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goddaughter
Παραδείγματα
She became her goddaughter at the baptism. 

Έγινε η ανήψια της στο βάπτισμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store