goddaughter
Pronunciation
/ɡˈɑːdɔːɾɚ/

Ορισμός και σημασία του "goddaughter"στα αγγλικά

01

βαφτισιμιά, βαφτισιμιά

a girl or woman for whom someone is a godparent, usually in a religious ceremony
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goddaughter
Παραδείγματα
The goddaughter visited her godparents every holiday.
Η βαφτισιμιόρη επισκεπτόταν τους νονούς της κάθε γιορτή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store