Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gobble up
01
καταβροχθίζω, τρώω ασυστόλητα
to eat something quickly and greedily, often with little regard to manners or etiquette
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
gobble
ενεστώτας
gobble up
γ΄ ενικό πρόσωπο
gobbles up
ενεστώτα μετοχή
gobbling up
απλός αόριστος
gobbled up
παθητική μετοχή
gobbled up
Παραδείγματα
He gobbled up the pizza like he hadn't eaten in days.
Κατάπια την πίτσα σαν να μην είχε φάει μέρες.
02
καταβροχθίζω, ξοδεύω ασύστολα
to quickly and extensively use resources, particularly money
Παραδείγματα
The extravagant wedding ceremony gobbled up their savings.
Η εξωφρενική τελετή γάμου κατάπιε τις οικονομίες τους.
03
καταβροχθίζω, καταπίνω γρήγορα
to rapidly and eagerly consume or acquire something other than food
Παραδείγματα
The enthusiastic readers gobble up every new novel by their favorite author.
Οι ενθουσιώδεις αναγνώστες καταβροχθίζουν κάθε νέο μυθιστόρημα του αγαπημένου τους συγγραφέα.



























