Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gobble up
[phrase form: gobble]
01
καταβροχθίζω, τρώω ασυστόλητα
to eat something quickly and greedily, often with little regard to manners or etiquette
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
gobble
ενεστώτας
gobble up
γ΄ ενικό πρόσωπο
gobbles up
ενεστώτα μετοχή
gobbling up
απλός αόριστος
gobbled up
παθητική μετοχή
gobbled up
Παραδείγματα
Yesterday, they gobbled up all the cookies I baked.
Χθες, κατάπιαν όλα τα μπισκότα που έψησα.
02
καταβροχθίζω, ξοδεύω ασύστολα
to quickly and extensively use resources, particularly money
Παραδείγματα
The high cost of college tuition can gobble up a family's savings.
Το υψηλό κόστος των δίδακτρων του κολεγίου μπορεί να καταβροχθίσει τις οικονομίες μιας οικογένειας.
03
καταβροχθίζω, καταπίνω γρήγορα
to rapidly and eagerly consume or acquire something other than food
Παραδείγματα
She had a passion for reading and would gobble up books every weekend.
Είχε πάθος για την ανάγνωση και κατάπινε βιβλία κάθε Σαββατοκύριακο.



























