Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go in
01
μπαίνω, πηγαίνω μέσα
to enter a place, building, or location
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go in
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes in
ενεστώτα μετοχή
going in
απλός αόριστος
went in
παθητική μετοχή
gone in
Παραδείγματα
The theater doors will open soon, so you can go in and find your seats.
Οι πόρτες του θεάτρου θα ανοίξουν σύντομα, ώστε να μπορείτε να μπείτε και να βρείτε τις θέσεις σας.
02
μπαίνω, αποθηκεύομαι στη μνήμη
(of facts or information) to be comprehended and retained in one's memory
Παραδείγματα
The key points of the lecture went in well, and I was able to recall them during the exam.
Τα κύρια σημεία της διάλεξης μπήκαν καλά, και μπόρεσα να τα θυμηθώ κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
03
κρύβεται, εξαφανίζεται
(of the sun or moon) to be hidden by clouds
Παραδείγματα
We were stargazing, but suddenly the moon went in behind a thick cloud.
Παρατηρούσαμε τα αστέρια, αλλά ξαφνικά το φεγγάρι έκρυψε πίσω από ένα πυκνό σύννεφο.



























