Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glitz
01
λαμπρότητα, επίδειξη
the flashy or extravagant appearance or effect of something, often associated with glamour, sparkle, or showiness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The fashion show was full of glitz and glamour, with models wearing sequined dresses and elaborate makeup.
Η επίδειξη μόδας ήταν γεμάτη λαμπρότητα και γκλάμουρ, με μοντέλα να φορούν φορέματα με πέτρες και περίτεχνο μακιγιάζ.



























