gleeful
glee
ˈgli:
gli
ful
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "gleeful"στα αγγλικά

01

χαρούμενος, ευτυχισμένος

showing great happiness or joy 
gleeful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gleeful
συγκριτικός βαθμός
more gleeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The children's faces lit up with gleeful excitement as they opened their presents on Christmas morning. 

Τα πρόσωπα των παιδιών φωτίστηκαν με χαρούμενη ενθουσιασμό καθώς άνοιγαν τα δώρα τους το πρωί των Χριστουγέννων.

Λεξικό Δέντρο

gleefully
gleefulness
gleeful
glee
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store