to glean
Pronunciation
/ˈɡɫin/

Ορισμός και σημασία του "glean"στα αγγλικά

to glean
01

μαζεύω τα απομεινάρια της σοδειάς, συλλέγω τα υπόλοιπα της συγκομιδής

to gather leftover crops or grains from fields after the harvest
old use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glean
γ΄ ενικό πρόσωπο
gleans
ενεστώτα μετοχή
gleaning
απλός αόριστος
gleaned
παθητική μετοχή
gleaned
Παραδείγματα
Tomorrow, the volunteers will glean surplus crops from local farms to distribute to families in need.
Αύριο, οι εθελοντές θα συλλέξουν τα πλεονάζοντα προϊόντα από τις τοπικές φάρμες για να τα διανείμουν σε οικογένειες που έχουν ανάγκη.
02

συλλέγω, αποκομίζω

to carefully collect small amounts of information, facts, or knowledge over time from different sources
Παραδείγματα
We were gleaning facts from old newspapers.
Συλλέγαμε στοιχεία από παλιές εφημερίδες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store