Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to glean
01
μαζεύω τα απομεινάρια της σοδειάς, συλλέγω τα υπόλοιπα της συγκομιδής
to gather leftover crops or grains from fields after the harvest
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
glean
γ΄ ενικό πρόσωπο
gleans
ενεστώτα μετοχή
gleaning
απλός αόριστος
gleaned
παθητική μετοχή
gleaned
Παραδείγματα
The peasants glean wheat from the fields after the harvest to supplement their meager food supplies.
Οι αγρότες μαζεύουν σιτάρι από τα χωράφια μετά τη συγκομιδή για να συμπληρώσουν τις λιγοστές προμήθειες τροφίμων τους.
02
συλλέγω, αποκομίζω
to carefully collect small amounts of information, facts, or knowledge over time from different sources
Παραδείγματα
She gleaned useful tips from the interview.
Αυτή συγκέντρωσε χρήσιμες συμβουλές από τη συνέντευξη.
Λεξικό Δέντρο
gleaner
glean



























