glee
glee
gli
γκλι
/ɡlˈiː/

Ορισμός και σημασία του "glee"στα αγγλικά

01

χαρά

great happiness or joy, often accompanied by laughter or a sense of amusement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The announcement of an unexpected day off from work was met with shouts of glee from the employees.
Η ανακοίνωση μιας απροσδόκητης ημέρας άδειας από την εργασία συνοδεύτηκε από κραυγές χαράς από τους εργαζομένους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store