Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glee
01
χαρά
great happiness or joy, often accompanied by laughter or a sense of amusement
Παραδείγματα
The announcement of an unexpected day off from work was met with shouts of glee from the employees.
Η ανακοίνωση μιας απροσδόκητης ημέρας άδειας από την εργασία συνοδεύτηκε από κραυγές χαράς από τους εργαζομένους.
Λεξικό Δέντρο
gleeful
glee



























