Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glee
01
χαρά
great happiness or joy, often accompanied by laughter or a sense of amusement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The children's faces lit up with glee as they opened their presents on Christmas morning.
Τα πρόσωπα των παιδιών φωτίστηκαν με χαρά καθώς άνοιγαν τα δώρα τους το πρωί των Χριστουγέννων.
Λεξικό Δέντρο
gleeful
glee



























