Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anteroom
01
προθάλαμος, αίθουσα αναμονής
a small room or space positioned before a larger or more significant room
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anterooms
Παραδείγματα
We passed through a security checkpoint in the anteroom before being allowed into the courtroom.
Περάσαμε από ένα σημείο ασφαλείας στο προθάλαμο πριν μας επιτραπεί η είσοδος στην αίθουσα του δικαστηρίου.



























