Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
glazed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most glazed
συγκριτικός βαθμός
more glazed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her glazed eyes showed she was disconnected from the conversation.
Τα υαλωπά της μάτια έδειχναν ότι ήταν αποσυνδεδεμένη από τη συζήτηση.
02
γυαλισμένος, επικαλυμμένος με γυαλάδα
covered with a smooth, shiny coating, typically used in pottery and ceramics to enhance appearance or provide a protective finish
Παραδείγματα
Grandma's antique glazed enamelware pots and pans were a cherished part of her kitchen collection.
Οι αντίκες γυαλισμένες εμαγιέ κατσαρόλες και τηγάνια της γιαγιάς ήταν ένα αγαπημένο μέρος της συλλογής της κουζίνας.
03
γυαλισμένος, επικαλυμμένος με γλάσο
(of foods) coated with a smooth, shiny, or glossy layer, often made from ingredients such as sugar, honey, or syrup
Παραδείγματα
The salmon fillets were served with a tangy citrus glazed coating, adding brightness and depth of flavor to the dish.
Τα φιλέτα σολομού σερβίρονταν με μια πικάντικη εσπεριδοειδή γλασούρα, προσθέτοντας φωτεινότητα και βάθος γεύσης στο πιάτο.
Λεξικό Δέντρο
unglazed
glazed
glaze



























