Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Glassware
01
γυάλινα σκεύη, υαλικά
objects that are made of glass, particularly ones used for eating and drinking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The hostess proudly displayed her collection of antique glassware, each piece sparkling under the chandelier.
Η οικοδέσποινα έδειξε με περηφάνια τη συλλογή της από παλιά γυάλινα σκεύη, κάθε κομμάτι λάμπει κάτω από το πολυέλαιο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
glassware
glass
ware



























