glaring
gla
ˈgleə
gle
ring
rɪng
ring
glazinggearing

Ορισμός και σημασία του "glaring"στα αγγλικά

01

εκτυφλωτικός, λαμπρός

bright in a way that can be difficult to look at 
glaring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most glaring
συγκριτικός βαθμός
more glaring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The glaring headlights made it hard to see the road at night. 

Τα εκτυφλωτικά φώτα έκαναν δύσκολο να δει κανείς το δρόμο τη νύχτα.

02

κατάφωρος, εμφανής

conspicuously and outrageously bad or reprehensible 

Λεξικό Δέντρο

glaringly
glaring
glare
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store