glaring
Pronunciation
/ˈɡɫɛɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "glaring"στα αγγλικά

01

εκτυφλωτικός, λαμπρός

bright in a way that can be difficult to look at
glaring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most glaring
συγκριτικός βαθμός
more glaring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The glaring flash from the camera momentarily blinded me.
Η εκτυφλωτική λάμψη της φωτογραφικής μηχανής με τυφλώσει στιγμιαία.
02

κατάφωρος, εμφανής

conspicuously and outrageously bad or reprehensible

Λεξικό Δέντρο

glaringly
glaring
glare
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store