giving up
gi
ˈgɪ
γκι
ving
vɪng
βινγκ
up
ʌp
απ
/ɡˈɪvɪŋ ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "giving up"στα αγγλικά

01

παραίτηση, αποχή

a verbal act of admitting defeat
giving up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
giving ups
02

παραίτηση

the act of forsaking
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store