Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to give out
01
διανέμω, μοιράζω
to distribute something among a group of individuals
Transitive: to give out sth to sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
give
ενεστώτας
give out
γ΄ ενικό πρόσωπο
gives out
ενεστώτα μετοχή
giving out
απλός αόριστος
gave out
παθητική μετοχή
given out
Παραδείγματα
The charity organization plans to give out food to the needy during the holiday season.
Ο φιλανθρωπικός οργανισμός σχεδιάζει να μοιράσει τρόφιμα στους ανέχοντες κατά τη διάρκεια των διακοπών.
02
σταματώ να λειτουργώ, χαλάω
to stop working or functioning
Intransitive
Παραδείγματα
The old car finally gave out after years of constant use.
Το παλιό αυτοκίνητο τελικά παραιτήθηκε μετά από χρόνια συνεχούς χρήσης.
03
εκπέμπω, απελευθερώνω
to release or discharge light, heat, vapor, or other forms of energy or substances
Transitive: to give out energy or substances
Παραδείγματα
The volcano gave out clouds of ash and smoke during its eruption.
Το ηφαίστειο απέδωσε σύννεφα τέφρας και καπνού κατά τη διάρκεια της έκρηξής του.
04
εξαντλούμαι, λείπω
to run out or not have enough for a specific need or demand
Intransitive
Παραδείγματα
The food supplies gave out before the end of the winter, leaving them without provisions.
Τα τρόφιμα εξαντλήθηκαν πριν το τέλος του χειμώνα, αφήνοντάς τους χωρίς προμήθειες.
05
ανακοινώνω, διαδίδω
to make an announcement or convey information to a group of people, often with the intention of publicizing or disseminating the information more widely
Transitive: to give out information
Παραδείγματα
The school principal gave out the news of the upcoming talent show during the morning assembly.
Ο διευθυντής του σχολείου ανακοίνωσε τα νέα για την επερχόμενη παράσταση ταλέντων κατά τη διάρκεια της πρωινής συγκέντρωσης.



























