gist
Pronunciation
/ˈdʒɪst/

Ορισμός και σημασία του "gist"στα αγγλικά

01

η ουσία, το κύριο νόημα

something's main or overall meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gists
Παραδείγματα
The gist of her proposal was to increase funding for the education sector.
Η ουσία της πρότασής της ήταν η αύξηση της χρηματοδότησης για τον τομέα της εκπαίδευσης.
02

ουσία, κύρια ιδέα

the central meaning or theme of a speech or literary work
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store