Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Girl
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
girls
Παραδείγματα
The girls at the party are singing and dancing.
Τα κορίτσια στο πάρτι τραγουδούν και χορεύουν.
1.1
κορίτσι, κόρη
a female human offspring
2.1
κοπέλα, φιλενάδα
a girl or young woman with whom a man is romantically involved
03
κορίτσι, γυναίκα
a friendly informal reference to a grown woman
04
πουστης, αδελφή
a gay man
offensive
slang
Παραδείγματα
The girl twirled while dancing in the corner.
Το κορίτσι γύριζε ενώ χόρευε στη γωνία.
Λεξικό Δέντρο
girlhood
girlish
girly
girl



























