Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Girl
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
girls
αρσενικό ενικό
boy
θηλυκό ενικό
girl
neutral form
child
Παραδείγματα
This is my friend; she's a cheerful girl.
Αυτή είναι η φίλη μου· είναι μια χαρούμενη κοπέλα.
1.1
κορίτσι, κόρη
a female human offspring
2.1
κοπέλα, φιλενάδα
a girl or young woman with whom a man is romantically involved
03
κορίτσι, γυναίκα
a friendly informal reference to a grown woman
04
πουστης, αδελφή
a gay man
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
That girl waved from across the room and laughed.
Εκείνο το κορίτσι χαιρέτησε από την άλλη πλευρά του δωματίου και γέλασε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
girlhood
girlish
girly
girl



























