Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Girdle
01
ζωνάρι, κορσές
a type of women's undergarment that shapes and supports the torso, hips, and abdomen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
girdles
02
ζώνη, κορσές
a band of material around the waist that strengthens a skirt or trousers
03
ζώνη, δακτύλιος
an encircling or ringlike structure
to girdle
01
ζώνω, περικυκλώνω
put a girdle on or around
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
girdle
γ΄ ενικό πρόσωπο
girdles
ενεστώτα μετοχή
girdling
απλός αόριστος
girdled
παθητική μετοχή
girdled
02
περιζώνω, κόβω γύρω για να σκοτώσω διακόπτοντας την κυκλοφορία του νερού και των θρεπτικών ουσιών
cut a girdle around so as to kill by interrupting the circulation of water and nutrients
03
περικυκλώνω, περιβάλλω
to encircle or surround something and create a boundary or perimeter around it
Transitive: to girdle sth
Παραδείγματα
A protective fence girdles the playground, ensuring the safety of children.
Ένα προστατευτικό φράχτη περιβάλλει την παιδική χαρά, διασφαλίζοντας την ασφάλεια των παιδιών.



























