gimp
gimp
gɪmp
gimp
pimpsimpwimplimp

Ορισμός και σημασία του "gimp"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, άχρηστος

an idiotic, incompetent, or useless person 
gimp definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
That gimp can't even make toast without burning it. 

Αυτός ο gimp δεν μπορεί καν να φτιάξει τοστ χωρίς να το κάψει.

02

κουτσός, ανάπηρος

disability of walking due to crippling of the legs or feet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to gimp
01

κουτσαίνω, χωλαίνω

walk impeded by some physical limitation or injury 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
gimp
γ΄ ενικό πρόσωπο
gimps
ενεστώτα μετοχή
gimping
απλός αόριστος
gimped
παθητική μετοχή
gimped

Λεξικό Δέντρο

gimpy
gimp
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store