Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gimmicky
01
τεχνητός, επιδεικτικός
designed to attract attention or sell something by using clever but superficial or flashy features, often lacking real value
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gimmicky
συγκριτικός βαθμός
more gimmicky
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The product looks useful, but it's just a gimmicky toy.
Το προϊόν φαίνεται χρήσιμο, αλλά είναι απλώς ένα επιδεικτικό παιχνίδι.
Λεξικό Δέντρο
gimmicky
gimmick



























