gimmicky
gi
ˈgɪ
γκι
mmi
μι
cky
ki
κι
quickiequickyhickeyrickey

Ορισμός και σημασία του "gimmicky"στα αγγλικά

01

τεχνητός, επιδεικτικός

designed to attract attention or sell something by using clever but superficial or flashy features, often lacking real value 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gimmicky
συγκριτικός βαθμός
more gimmicky
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
marketing, design, evaluation
Παραδείγματα
The product looks useful, but it's just a gimmicky toy. 

Το προϊόν φαίνεται χρήσιμο, αλλά είναι απλώς ένα επιδεικτικό παιχνίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gimmicky
gimmick
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store