Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gifted
01
ταλαντούχος, προικισμένος
having a natural talent, intelligence, or ability in a particular area or skill
Παραδείγματα
The gifted athlete excels in multiple sports, demonstrating remarkable skill and agility.
Ο ταλαντούχος αθλητής διακρίνεται σε πολλαplά αθλήματα, επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη δεξιοτεχνία και ευκινησία.
Λεξικό Δέντρο
giftedness
gifted
gift



























