gifted
gif
ˈgɪf
gif
ted
tɪd
tid
lifted

Ορισμός και σημασία του "gifted"στα αγγλικά

01

ταλαντούχος, προικισμένος

having a natural talent, intelligence, or ability in a particular area or skill 
gifted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gifted
συγκριτικός βαθμός
more gifted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
ability, talent, intelligence
Παραδείγματα
She is a gifted pianist, captivating audiences with her virtuoso performances. 

Είναι μια ταλαντούχα πιανίστρια, που γοητεύει το κοινό με τις βιρτουόζικες ερμηνείες της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

giftedness
gifted
gift
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store