gifted
gif
ˈgɪf
γκιφ
ted
təd
ταντ
/ɡˈɪftɪd/

Ορισμός και σημασία του "gifted"στα αγγλικά

01

ταλαντούχος, προικισμένος

having a natural talent, intelligence, or ability in a particular area or skill
gifted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gifted
συγκριτικός βαθμός
more gifted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The gifted athlete excels in multiple sports, demonstrating remarkable skill and agility.
Ο ταλαντούχος αθλητής διακρίνεται σε πολλαplά αθλήματα, επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη δεξιοτεχνία και ευκινησία.

Λεξικό Δέντρο

giftedness
gifted
gift
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store