Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Giftedness
01
χαρισματικότητα, υψηλό δυναμικό
a natural and unusual ability to learn, understand, or perform certain tasks much better and faster than most people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His giftedness helped him solve difficult problems easily.
Η φυσική του δωρητικότητα τον βοήθησε να λύσει εύκολα δύσκολα προβλήματα.
Λεξικό Δέντρο
giftedness
gifted
gift



























