Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Giftedness
01
χαρισματικότητα, υψηλό δυναμικό
a natural and unusual ability to learn, understand, or perform certain tasks much better and faster than most people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Giftedness can appear in music, art, or science.
Η προικισμένη ικανότητα μπορεί να εμφανιστεί στη μουσική, την τέχνη ή την επιστήμη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
giftedness
gifted
gift



























