Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gift-wrap
01
τυλίγω ως δώρο, πακετάρω ως δώρο
to wrap something, usually a present, in decorative paper or packaging
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gift-wrap
γ΄ ενικό πρόσωπο
gift-wraps
ενεστώτα μετοχή
gift-wrapping
απλός αόριστος
gift-wrapped
παθητική μετοχή
gift-wrapped
Παραδείγματα
She asked the cashier to gift-wrap the package before delivery.
Ζήτησε από τον ταμία να τυλίξει δώρο το πακέτο πριν από την παράδοση.



























