Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gift
01
δώρο, χάρισμα
something that we give to someone because we like them, especially on a special occasion, or to say thank you
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gifts
Παραδείγματα
He put the gift under the Christmas tree.
Έβαλε το δώρο κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
02
δώρο, τάλαντο
natural abilities or qualities
03
δώρο, δωρεά
the act of giving
to gift
01
δωρίζω, χαρίζω
to give something as a present to someone
Ditransitive: to gift sb a gift | to gift a gift to sb
Παραδείγματα
She decided to gift her best friend a handcrafted bracelet for her birthday.
Αποφάσισε να δώσει στην καλύτερή της φίλη ένα χειροποίητο βραχιόλι για τα γενέθλιά της.
02
προικίζω, δωρίζω
to endow or bestow qualities, abilities, or talents onto someone or something
Ditransitive: to gift sb/sth with a quality or ability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gift
γ΄ ενικό πρόσωπο
gifts
ενεστώτα μετοχή
gifting
απλός αόριστος
gifted
παθητική μετοχή
gifted
Παραδείγματα
Her parents gifted her with a natural talent for music, and she excelled in piano at a young age.
Οι γονείς της την προίκισαν με ένα φυσικό ταλέντο για τη μουσική, και εκείνη διακρίθηκε στο πιάνο από νεαρή ηλικία.



























