Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gift
01
δώρο, χάρισμα
something that we give to someone because we like them, especially on a special occasion, or to say thank you
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gifts
Παραδείγματα
The couple requested no gifts at their anniversary party.
Το ζευγάρι ζήτησε κανένα δώρο στο πάρτι επετείου τους.
02
δώρο, τάλαντο
natural abilities or qualities
03
δώρο, δωρεά
the act of giving
to gift
01
δωρίζω, χαρίζω
to give something as a present to someone
Ditransitive: to gift sb a gift | to gift a gift to sb
Παραδείγματα
The charity organization plans to gift toys to underprivileged children during the holiday season.
Ο φιλανθρωπικός οργανισμός σχεδιάζει να δώσει παιχνίδια σε παιδιά από οικονομικά αδύνατα νοικοκυριά κατά τη διάρκεια των διακοπών.
02
προικίζω, δωρίζω
to endow or bestow qualities, abilities, or talents onto someone or something
Ditransitive: to gift sb/sth with a quality or ability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gift
γ΄ ενικό πρόσωπο
gifts
ενεστώτα μετοχή
gifting
απλός αόριστος
gifted
παθητική μετοχή
gifted
Παραδείγματα
The diverse ecosystem of the rainforest gifts its inhabitants with a rich array of resources and habitats.
Το ποικίλο οικοσύστημα του τροπικού δάσους δωρίζει στους κατοίκους του μια πλούσια ποικιλία πόρων και βιότοπων.



























