Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Annulment
01
ακύρωση, ακυρότητα
a legal process of declaring a marriage or any type of official contract null and void as if it had never existed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
annulments
Παραδείγματα
The annulment of the official document was required to correct the administrative error.
Απαιτήθηκε η ακύρωση του επίσημου εγγράφου για τη διόρθωση του διοικητικού λάθους.
02
ακύρωση, κατάργηση
the act of abrogating; an official or legal cancellation
03
ακύρωση, αναίρεση
the state of being cancelled or annulled
Λεξικό Δέντρο
annulment
annul



























