Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to annihilate
01
εξολοθρεύω, καταστρέφω ολοκληρωτικά
to destroy someone or something completely
Transitive: to annihilate sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
annihilate
γ΄ ενικό πρόσωπο
annihilates
ενεστώτα μετοχή
annihilating
απλός αόριστος
annihilated
παθητική μετοχή
annihilated
Παραδείγματα
The powerful explosion annihilated the entire building.
Η ισχυρή έκρηξη κατέστρεψε ολόκληρο το κτίριο.
Λεξικό Δέντρο
annihilated
annihilating
annihilation
annihilate
annihil



























