abridgment
ab
ˈəb
ēb
ridg
rɪʤ
rij
ment
mənt
mēnt
abridgement

Ορισμός και σημασία του "abridgment"στα αγγλικά

01

σύνοψη, συντομευμένη έκδοση

a concise version of a lengthy play, novel, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
abridgments
Παραδείγματα
The publisher released an abridgment of the classic novel, making it more accessible to modern readers with limited time. 

Ο εκδότης κυκλοφόρησε μια συντομευμένη έκδοση του κλασικού μυθιστορήματος, καθιστώντας το πιο προσιτό για τους σύγχρονους αναγνώστες με περιορισμένο χρόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

abridgment
abridge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store