ankle
an
ˈæn
ān
kle
kəl
kēl
angleaneleanoleanile

Ορισμός και σημασία του "ankle"στα αγγλικά

01

αστράγαλος, άρθρωση του αστραγάλου

the joint that connects the foot to the leg 
ankle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ankles
Παραδείγματα
She twisted her ankle while jogging in the park. 

Στραμπουλήθηκε ο αστράγαλός της ενώ έκανε τζόγκινγκ στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store