animal fat
a
ˈæ
ā
ni
ni
mal
məl
mēl
fat
fæt
fāt

Ορισμός και σημασία του "animal fat"στα αγγλικά

01

ζωικό λίπος, λιπώδης ιστός ζώων

the fatty tissue found in animals, often used in cooking or as a source of energy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He used animal fat to grease the baking pan before putting in the cake batter. 

Χρησιμοποίησε ζωικό λίπος για να λαδώσει το ταψί πριν βάλει το μείγμα του κέικ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store