genteel
gen
ʤɛn
jen
teel
ˈti:l
til
puerilecornealcongealsurreal

Ορισμός και σημασία του "genteel"στα αγγλικά

01

καλλιεργημένος, ευγενικός

characterized by refined manners, elegance, and high social standing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most genteel
συγκριτικός βαθμός
more genteel
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, society, manners
Παραδείγματα
The genteel lady always spoke with grace and poise at social gatherings. 

Η καλαίσθητη κυρία μιλούσε πάντα με χάρη και αξιοπρέπεια στις κοινωνικές συναντήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

genteelly
genteelness
genteel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store