genteel
gen
ʤɛn
τζεν
teel
ˈtil
τιλ
/d‍ʒˈɛntiːl/

Ορισμός και σημασία του "genteel"στα αγγλικά

01

καλλιεργημένος, ευγενικός

characterized by refined manners, elegance, and high social standing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most genteel
συγκριτικός βαθμός
more genteel
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She carried herself with a genteel charm that endeared her to all who met her.
Κινούνταν με μια καλαίσθητη γοητεία που την έκανε αγαπητή σε όσους τη γνώριζαν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store