gent
gent
ʤɛnt
jent
ghentgenet

Ορισμός και σημασία του "gent"στα αγγλικά

01

κύριος, τύπος

informal abbreviation of `gentleman' 
gent definition and meaning
02

αγόρι, άνδρας

a boy or man 
gent definition and meaning
03

Γκεντ, λιμάνι στη βορειοδυτική Βέλγιο και βιομηχανικό κέντρο· διάσημο για τη βιομηχανία υφασμάτων

port city in northwestern Belgium and industrial center; famous for cloth industry 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gently
gent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store