geniality
ge
ˌʤi:
ji
nia
ˈniæ
niā
li
ty
ti
ti
generalitygentility

Ορισμός και σημασία του "geniality"στα αγγλικά

01

εγκαρδιότητα, φιλικότητα

a warm, cheerful, and friendly manner that makes others feel comfortable and welcome 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His geniality put everyone at ease during the meeting. 

Η φιλικότητά του ηρέμησε όλους κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

Λεξικό Δέντρο

geniality
genial
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store