Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
generational
01
γενετικός, διαγενεακός
relating to or involving several generations within a family or society
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
society, family, time
Παραδείγματα
The organization aims to address generational issues in the workplace through diversity and inclusion initiatives.
Ο οργανισμός στοχεύει στην αντιμετώπιση γενετικών ζητημάτων στον χώρο εργασίας μέσω πρωτοβουλιών πολυμορφίας και ενσωμάτωσης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
generational
generation
generate
gener



























