generality
ge
ˌʤɛ
τζε
ne
να
ra
ˈræ
ραι
li
λι
ty
ti
τι
genialitygenerosity

Ορισμός και σημασία του "generality"στα αγγλικά

01

γενικότητα, καθολικότητα

the quality of being broad, widespread, or universally applicable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The generality of these rules means they can be applied in various scenarios. 

Η γενικότητα αυτών των κανόνων σημαίνει ότι μπορούν να εφαρμοστούν σε διάφορα σενάρια.

02

γενικότητα, γενική αρχή

a statement or idea that applies broadly rather than being specific 
Παραδείγματα
While there are exceptions, the belief that hard work leads to success is a widely accepted generality. 

Παρόλο που υπάρχουν εξαιρέσεις, η πεποίθηση ότι η σκληρή δουλειά οδηγεί στην επιτυχία είναι μια ευρέως αποδεκτή γενικότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

generality
general
gener
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store