Generalization
volume
British pronunciation/dʒˌɛnəɹəlaɪzˈeɪʃən/
American pronunciation/ˌdʒɛnɝəɫɪˈzeɪʃən/, /ˌdʒɛnɹəɫɪˈzeɪʃən/

Ορισμός και Σημασία του "generalization"

Generalization
01

γενίκευση, γενικευση

reasoning from detailed facts to general principles
02

γενίκευση, γενική αρχή

an idea or conclusion having general application
03

γενίκευση, γενικός κανόνας

the process of creating broad or universal principles by identifying common characteristics or patterns among specific instances
example
Example
click on words
In psychology, researchers use generalization to formulate theories about human behavior based on observations of individual subjects.
Στην ψυχολογία, οι ερευνητές χρησιμοποιούν τη γενίκευση για να διαμορφώσουν θεωρίες σχετικά με τη ανθρώπινη συμπεριφορά με βάση τις παρατηρήσεις ατομικών υποκειμένων.
Historians make generalizations about historical events by identifying recurring themes and patterns across different time periods.
Οι ιστορικοί κάνουν γενίκευση σχετικά με ιστορικά γεγονότα αναγνωρίζοντας επαναλαμβανόμενα θέματα και πρότυπα σε διάφορες χρονικές περιόδους.
04

γενίκευση, γενίκευσις

(psychology) the tendency to show an identical response to similar but distinct stimuli
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store