Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gender
01
φύλο
the fact or condition of being male, female or non-binary that people identify themselves with based on social and cultural roles
Παραδείγματα
Society often expects people to conform to traditional gender roles in terms of behavior and appearance.
Η κοινωνία συχνά αναμένει από τους ανθρώπους να συμμορφώνονται με τους παραδοσιακούς ρόλους φύλου όσον αφορά τη συμπεριφορά και την εμφάνιση.
Παραδείγματα
In linguistics, gender is a grammatical category that plays a role in agreement between nouns, pronouns, adjectives, and articles within a sentence.
Στη γλωσσολογία, το γένος είναι μια γραμματική κατηγορία που παίζει ρόλο στη συμφωνία μεταξύ ουσιαστικών, αντωνυμιών, επιθέτων και άρθρων σε μια πρόταση.



























