gelt
gelt
gɛlt
γκελτ
meltpeltbeltkelt

Ορισμός και σημασία του "gelt"στα αγγλικά

01

χρήματα, λεφτά

the Yiddish term for money, used in informal contexts 
gelt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gelts
Παραδείγματα
The amount of gelt he received from his relatives was enough to cover his weekend expenses. 

Το ποσό του gelt που έλαβε από τους συγγενείς του ήταν αρκετό για να καλύψει τα έξοδα του σαββατοκύριακου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store