gelatinous
ge
ʤɪ
ji
la
ˈlæ
ti
ti
nous
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "gelatinous"στα αγγλικά

gelatinous
01

ζελατινώδης, ζελεδώδης

having a jelly-like consistency 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gelatinous
συγκριτικός βαθμός
more gelatinous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
texture, materials, biology
Παραδείγματα
The gelatinous substance oozed out of the container. 

Η ζελατινοειδής ουσία αναβλύστηκε από το δοχείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gelatinousness
gelatinous
gelatin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store