geek
geek
gi:k
gik
reekpeakpeekteak

Ορισμός και σημασία του "geek"στα αγγλικά

01

φυτό, περίεργος

an individual who lacks social skills and is unusual, boring, or awkward 
geek definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
geeks
Παραδείγματα
He was often labeled a geek in school because of his love for sci-fi and video games. 

Συχνά τον αποκαλούσαν geek στο σχολείο λόγω της αγάπης του για την επιστημονική φαντασία και τα βιντεοπαιχνίδια.

02

geek, μανιώδης με τους υπολογιστές

someone who has a great deal of knowledge and passion for computers and related topics 
geek definition and meaning
αργκό
Παραδείγματα
The tech company hired several geeks to develop innovative solutions for their latest product. 

Η εταιρεία τεχνολογίας προσέλαβε αρκετούς γκικ για να αναπτύξουν καινοτόμες λύσεις για το τελευταίο τους προϊόν.

03

τέρας πανηγυριού, συγκλονιστικός καλλιτέχνης

a carnival performer who performs shocking acts 
Παραδείγματα
The sideshow featured a geek who bit the heads off chickens. 

Η παράσταση παρουσίαζε έναν γκικ που δάγκωνε τα κεφάλια των κοτόπουλων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store