geezer
gee
ˈgi:
gi
zer
geyser

Ορισμός και σημασία του "geezer"στα αγγλικά

01

γέρος, ιδιότροπος γέρος

an elderly person, particularly an eccentric or quirky old man 
Dialectbritish flagBritish
geezer definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
geezers
Παραδείγματα
The old geezer at the park bench feeds pigeons every morning without fail. 

Ο γέρος στο παγκάκι του πάρκου ταΐζει τα περιστέρια κάθε πρωί χωρίς αποτυχία.

Λεξικό Δέντρο

geezerhood
geezer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store