Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Geezer
01
γέρος, ιδιότροπος γέρος
an elderly person, particularly an eccentric or quirky old man
Dialect
British
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
geezers
Παραδείγματα
The movie featured a lovable geezer who outsmarted the young crooks.
Η ταινία παρουσίαζε έναν αξιαγάπητο γέρο που ξεγέλασε τους νέους απατεώνες.
Λεξικό Δέντρο
geezerhood
geezer



























