Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gecko
01
γκέκο, νυχτερίδα σαύρα
a small nocturnal reptile of the lizard family that feeds on insects and is found in warm climates
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
geckos



























